ΤΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΧΩΡΙΑ
Και ανοίγουμε τις ψυχές μας, ορφανές από μάνα και αγνώστου πατρός, ολόισια στο διάβολο. Σ’ αυτόν που έχουμε μέσα μας, τον δικό μας, τον εκλεκτό μας, τον «υπεράνω».
Βαριανασαίνω… δυσκολεύομαι… αιτούμαι βοηθείας… εις μάτην.
Αποσχίζομαι, δηλώνω απροστάτευτος, σηκώνω τα χέρια ψηλά,
ως εκεί που δε βλέπονται, ανάβω την καπνοχόη, πλημμυρίζω με αιθαλοσωματίδια τον αέρα και σε συλλογίζομαι.
Εσένα…την πληγή μου, τη χαμένη μάχη, τον καταρράχτη των δακρύων της επόμενης μέρας, το δίκαιο και το άδικο,
το πάρε και το δώσε, τη γοητεία της τιμής που δεν έχει αντίκρισμα, το δικό μου και το δικό σου, το δικό μας, το ξένο, το αφύλακτο,
το εμπορεύσιμο, το κρίσιμο, το αδύνατο, το δισκίον το αναβράζον που προορίζεται να απαλύνει τον πόνο.
Εσένα… που έρχεσαι και φεύγεις, σαν την ηλιαχτίδα που διαπληκτίζεται με τον ουρανό μου, σαν τη φωτιά που σβήνει μόνο σαν φτάσει στην ακτή των λουομένων, σαν τη μαχαιριά που δεν κόβει την καρωτίδα, μόνο την χαράσσει, σαν τη μέρα που δε λέει να τελειώσει, σαν το γλυκό του κουταλιού που δεν αρνήθηκα ποτέ, σαν την Άγια νύχτα των Χριστουγέννων που ποτέ δεν απόλαυσα, σαν τη μέρα των γενεθλίων που ευχές συγκεντρώνεις, σαν το γάμο που σκόπιμα δεν πήγες, σαν εσένα, που λάμπεις ετερόφωτα και δεν το ξέρεις.
Εσένα… που δε γνώρισες δάκρυ, που πενθείς την αγάπη, που γελάς με τη λύπη, που με είπες αλήτη, που σε μέρες ψυχρές, τη φωτιά μου ζητούσες και μετά με ξεχνούσες, για ν' αρχίσεις μαζί μου, ένα νέο παιχνίδι, να βολεύεσαι πάντα με ευρύχωρη τσάντα.
Εσένα… που λυπάται τη φύση, που ζητά να μιλήσει, που μετρά κάθε λέξη, που αρνείται να τρέξει, που κοιμάται μονάχη, σε σεντόνια που χτες, είχε πει πως θ’ αλλάξει.
Κι όμως…
Το μαζί με το χώρια είναι μια στεναχώρια…
Οι συνήθεις ανακρίβειες της αίσθησης της όρασης.
07-02-04
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου