ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ
Όταν ανοίγεις το πανί και ξεμακραίνεις από το οπτικό μου πεδίο, ενεργώντας πέρα για πέρα ξεδιάντροπα, πικραίνομαι.
Είναι και κείνη η θάλασσα η αεικίνητη που δε συμπονά, που δεν αφήνει τον αφρό της ρότας σου να ζήσει πέρα από ένα - δυο λεπτά, για να μαντεύω την πορεία σου και νά' χω να φαντάζομαι με τι τάχατες καταγίνεσαι ή που σκοπεύεις να κάμεις πραγματικότητα τα νέα σου όνειρα.
Κι εκείνο το πανί, άβολο στο μέγεθος, φυσιολογικό για τα ταξίδια σου, μα ασυνήθιστα μικρό για τη φαντασία μου, στο χρώμα το λευκό, το μόνο αποδεκτό από τις σύγχρονες απλωμένες μπουγάδες, να μαγνητίζεται από τους γλάρους στον ορίζοντα και να με ξεγελά. Έχω μια θάλασσα απλωμένη στα πόδια μου, ως τον ιδεατό ορίζοντα, δυο μάτια, κάρβουνα αναμμένα, μουδιασμένο κορμί και μια ελπίδα να σιγοτριγυρνά και να ερεθίζει ευχάριστα, τα ακροδάκτυλα των χεριών μου, τους αισθητήρες της αφής, τους πιο πρόσφορους που απέμειναν.
Άπλωσα το χέρι στη δέστρα του μώλου κι ένοιωσα την ένταση του κάβου που σε κρατούσε μέρες δεμένο στο ντόκο. Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και είδα την εικόνα του τοπίου που σ’ ακολουθούσε στον απόπλου. Ησύχασα… έβλεπα, θα’ βλεπες και συ, δυο παράθυρα φωτισμένα, να προσδιορίζουν το κάδρο, στο καταμεσήμερο. Πρέπει να μάθω… υπάρχουν ψυχές που δε λάμπουν μόνο στο σκοτάδι. Θα στο ξεπληρώσω.
Μεσοπέλαγα, σίγουρα… μα δεν ξέρω πότε.
28,29,31-08-2005
Όταν ανοίγεις το πανί και ξεμακραίνεις από το οπτικό μου πεδίο, ενεργώντας πέρα για πέρα ξεδιάντροπα, πικραίνομαι.
Είναι και κείνη η θάλασσα η αεικίνητη που δε συμπονά, που δεν αφήνει τον αφρό της ρότας σου να ζήσει πέρα από ένα - δυο λεπτά, για να μαντεύω την πορεία σου και νά' χω να φαντάζομαι με τι τάχατες καταγίνεσαι ή που σκοπεύεις να κάμεις πραγματικότητα τα νέα σου όνειρα.
Κι εκείνο το πανί, άβολο στο μέγεθος, φυσιολογικό για τα ταξίδια σου, μα ασυνήθιστα μικρό για τη φαντασία μου, στο χρώμα το λευκό, το μόνο αποδεκτό από τις σύγχρονες απλωμένες μπουγάδες, να μαγνητίζεται από τους γλάρους στον ορίζοντα και να με ξεγελά. Έχω μια θάλασσα απλωμένη στα πόδια μου, ως τον ιδεατό ορίζοντα, δυο μάτια, κάρβουνα αναμμένα, μουδιασμένο κορμί και μια ελπίδα να σιγοτριγυρνά και να ερεθίζει ευχάριστα, τα ακροδάκτυλα των χεριών μου, τους αισθητήρες της αφής, τους πιο πρόσφορους που απέμειναν.
Άπλωσα το χέρι στη δέστρα του μώλου κι ένοιωσα την ένταση του κάβου που σε κρατούσε μέρες δεμένο στο ντόκο. Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και είδα την εικόνα του τοπίου που σ’ ακολουθούσε στον απόπλου. Ησύχασα… έβλεπα, θα’ βλεπες και συ, δυο παράθυρα φωτισμένα, να προσδιορίζουν το κάδρο, στο καταμεσήμερο. Πρέπει να μάθω… υπάρχουν ψυχές που δε λάμπουν μόνο στο σκοτάδι. Θα στο ξεπληρώσω.
Μεσοπέλαγα, σίγουρα… μα δεν ξέρω πότε.
28,29,31-08-2005
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου