ΠΛΕΥΣΕΙΣ
Εδώ, ίσια μπροστά σου στέκεται το πακέτο.Εκείνο ακριβώς που ζήτησες να έχεις. Με την ασημένια κορδέλα και το πρόστυχο περιεχόμενο. Η φυγή σου βρίσκεται μέσα. Η υπερμεγέθης ψυχή σου, φωλιάζει φοβισμένη, στην άλλη την ψυχή σου, την ψυχή νάνος. Το ζώο[1] το αγνό, ζει στην ψυχή σου, που εσύ τώρα ετοιμάζεσαι να αποκτίνεις. Αδίκως κατά τα φαινόμενα. Χωρίς απόδειξη κανενός γεγονότος περί του αδίκως πραχθέντος. Αδίκως… ορολογία υποκύπτουσα στην κρίση των υπεράνω[2]. Αισθήματα σε πλήρη απουσία, ορμές σε πλήρη καταστολή, σκέψη νεκρή και τα πανιά του σκάφους που σε ταξιδεύουν, μαΐστρα και φλόκος σε πλήρη αντίθεση. Πεταλούδα το έλεγες, πεταλούδα είναι, μόνο που η σύντομη ζωή της, τρέπει σε φυγή τις μακρινές σου σκέψεις για διάρκεια δημιουργίας. Ταξίδι εκτός ορίων, στον αφρό του κύματος, σου δίνει απλόχερα την αίσθηση της αυτοκυριαρχίας. Αρκεί να σκέφτεσαι. Το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, τα μάτια της πρώτης σου αγάπης, την εκδρομή στην Αράχωβα και το ανέκφραστο της τελευταίας σου επιθυμίας. Τιμονιέρης δεν έγινα, τιμονιέρης δεν είμαι και αγανακτώ που κρατώ το τιμόνι. Το τιμόνι της ζωής της ίδιας. Στην Ανταρκτική έφτασα με την φαντασία μου, στη γη του πυρός έκανα στάση, ένα παλιό λεωφορείο με λιγδιασμένα καθίσματα με εξώθησε στο έσχατο κριτήριο επιλογής. Ταξίδι στα κύματα. Έρμαιο τους... Έρχεσαι και συ και αυτοαποκαλείσαι λιμάνι, επειδή μου προσφέρεις έναν κάβο στο ντόκο, να δέσω και τίποτα άλλο. Ένας κρίκος εξάρτησης κι αυτό είναι όλο. Να ματώσω τα σχοινιά του σκαριού, να τα ζορίσω έως εξόντωσης, για να νοιώσω τάχα ασφαλής. Μύθος…Το ταξίδι, η μαρτυρία, ο αμήχανος έρωτας, η σιωπή που τα λέει όλα, ο ήχος της βροχής που βελονίζει τις απαλές επιφάνειες των φρεσκο-ανοιγμένων μπουμπουκιών, το ατσάλι που λιώνει και πυρωμένο ρέει στο καλούπι, η παγωμένη ματιά του αδικοχαμένου στρατιώτη, το μαγικό λυχνάρι και το μαγικό χαλί των παραμυθιών της Ανατολής, η γεύση που παραμένει στο στόμα μετά το πικρό φιλί του αποχωρισμού, τα καλυμμένα πρόσωπα των καταπιεσμένων γυναικών, τα λασπωμένα κανάλια που ξεδιψούν αθώες παιδικές ψυχές, η απίστευτη ανοχή που δείχνουμε στις διαστάσεις, η ντροπή που νοιώθουμε χωρίς ποτέ να το παραδεχόμαστε τη στιγμή της κάλπης, τα μυρωμένα άμφια αφεντάδων ρασοφόρων σε διτούς ρόλους, το πρώτο καρκινικό σου κύτταρο που ζητά επίμονα να καταπιεί τη ζωή σου, το λαμπερό ζευγάρι γυαλιά που φορούσες πριν περάσεις στους φακούς επαφής, ο καμικάζι αυτόχειρας που σπέρνει το θάνατο σε γιορτή αθανάτων, οι αράδες που διαβάζεις στα έντυπα που ξεφυλλίζεις, η φωτογραφία που φύλαξες ευλαβικά από τα παιδικά σου χρόνια, μόνο και μόνο να’ χεις εικόνα για το τρυφερό ξεκίνημα του σκηνώματος της ψυχής σου, το βαθύ σκοτάδι που εμπνέει η μάσκα του Ζορό, το αγνό λευκό που μας παραπέμπει η θέα του κρίνου, τα ριγμένα στους ώμους σου κατάμαυρα μαλλιά, το φονικό που σε ανάγκασε να κλείσεις τα μάτια σου και να δακρύσεις, η τροπή των καταστάσεων που σε αδικούν, άθελά τους, σε αέναη εξέλιξη η ροπή των άστρων προς το ασυμπίεστο άπειρο…αυτό είναι το «όλον». Δεν το νοιώθεις, δεν το αισθάνομαι, δεν είμαστε μια λευκή κηλίδα των αφρών των κυμάτων στο γαλάζιο του νερού, που σβήνει πριν ακόμα το καταγράψεις, που όμως υπήρξε, που και πάλι, αγνοούμε την ύπαρξή μας, αυτήν, πριν αν, ως απλοί περιπατητές σε προκατασκευασμένα μονοπάτια με προκαθορισμένους προορισμούς συναντήσουμε την αποκάλυψή μας, μέσα από τον αντικατοπτρισμό στον καθρέφτη των ματιών μιας μοιραίας ύπαρξης. Που «ως φαίνεται», αντικειμενικά, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τις διαστάσεις, χώρου και χρόνου. Σε θυμάμαι…με θυμάσαι…μνήμη και λήθη, αντικείμενο, υποκείμενο, λάγνες σχέσεις. Ακαθόριστες αμηχανίες στη διαβάθμιση των συναισθημάτων μου, με οδηγούν στα αμπάρια της χαμένης από αιώνες σκούνας που κείτεται στις δυόμισι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα και περιμένει καρτερικά τον καπετάνιο της. Νεκρή ως την ανάσταση, αφανής ως την πλεύση, σιωπηλή ως τη συνάντηση με τον αγέρα τον ζωογόνο. Θα σε συναντήσω εκεί…πιθανόν… έως και απίθανο. Λυπούμαι που σε απογοητεύω για μια ακόμη φορά. «δεν ήταν στις προθέσεις μου τις ελεγχόμενες». Σε φιλώ…ερήμην εικόνας αγιασμένης από τα Θεία.
Φερτά υλικά στην αυλή του σκότους μου, αναδεικνύουν λόγχες μυτερές και αλύγιστες, απαστράπτουσες, που με καλούν να σε συναντήσω…αφού γίνω ένα μαζί τους.
Όπου κι αν βρίσκεσαι…
19,23-11-05
[1] Ζώο = ζωή, οργανισμός που έχει ζωή
[2] Υπεράνω = οι από πάνω, οι υψηλά ιστάμενοι, οι κριτές των γεγονότων, οι δικαστές
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου