Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

ΗΤΤΗΘΗΚΑΜΕ

Σε θυμήθηκα σήμερα, λίγο πριν σε ποθήσω.
Με θυμήθηκες χτες, μόλις μ’ είχες ποθήσει.
Τα τραγούδια που σου ‘λεγα για να κάνουμε κέφι,
δε σου έκαναν αίσθηση, γιατί έπαιζε ντέφι.

Στεγνωμένα τα χείλη μου, το κορμί ιδρωμένο,
κάθε μέρα με σένα, ναι, Γολγοθά υπομένω.
Το φτωχό, το αβάσταχτο, το χαράκι του πόνου,
ριζωμένο κι απάτητο, στην κορφή άλλου κόσμου.

Με προστάζεις και σήμερα το πατώ δίχως άλλο,
είναι άλμα που σίγουρα, μια φορά θα το κάμω.
Μ’ αν δεν έχεις τη δύναμη, στην κορφή να με σπρώξεις,
μη ζητήσεις αγάπη μου, σαν σκυλί να με διώξεις.

Τα μεγάλα τα λάθη μου, δεν αντέχουν στην κρίση,
τα μικρά όμως σίγουρα, αντιδρούν σαν μια βρύση.
Που σε πρώτη ανάγνωση, το νερό της το δίνει,
μα αυτοί που το πίνουνε, έχουν μπει σε μια δίνη.

Σε μια δίνη ασύγχρονη, χωρίς βήμα κι ακτίνα,
στροβιλίζεσαι αδύναμος, να δαμάσεις το κύμα.
Κι όμως βγαίνεις αλώβητος, με ανάσα κομμένη,
το Θεό σου στα τάρταρα και τη μοίρα γραμμένη.

Είμαι βρύση αστέρευτη, για τη χάρη σου μόνο,
ευτυχώς δε σε γνώρισα, σε παλιότερο χρόνο.
Θα γινόταν η έρημος, μια κοιλάδα ζωής,
θα πενθούσε η μάνα σου, απουσία πνοής.

Μες το σήμερα πράττοντας, με τη σκέψη νηφάλια,
συνταγές που αντέχουνε και οξέα κι αλκάλια,
να φροντίσουμε όμορφα, να δεχτούμε την ήττα,
και να κάνουμε μοίρασμα, το σωστό σ’ όποια πίτα.

21-08-08

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

ΤΡΥΦΕΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

Τι αλλάζει κι αν έγινα κοινωνός στη ψυχή σου,
τι και αν άδειασες πάνω μου, τις χοές του κορμιού σου.
Τι κι αν πίστεψες άδικα, της καρδιάς μου τη μέθη,
τι αλλάζει κι αν γεύτηκα, τους καρπούς που δεν πρέπει.

Δεν αλλάζει αναπάντεχα της ζωής μας η ρότα,
δεν αλλάζει το σήμερα και να γίνει όπως πρώτα.
Θα δακρύσουν τα μάτια σου, θα σφιχτούνε τα χείλη,
θα μου στρέψεις τα νώτα σου, θα κουνήσω μαντήλι.

Κι αν γυμνός σου προσφέρθηκα με το άδειο κορμί μου,
δε μπορώ να σε γεύομαι με τη μαύρη ψυχή μου.
Κι αν εσύ με σαγήνεψες, με την τόση σου δίψα,
δε μπορείς να μαραίνεσαι καταπίνοντας πίκρα.

Μην πιστέψεις στα όνειρα, μην πνιγείς στη ελπίδα,
μη μ’ αφήσεις να σκέφτομαι, μια καρδιά που δεν είδα.
Δως μου λίγο το χέρι σου, να πιαστώ ν’ ανασάνω,
πάρε λίγο απ’ το δάκρυ μου, θα κυλά σαν σε χάνω.

Απουσίες δεν τρόμαξαν και τους δυο στη ζωή μας,
θα οπλίσω με δύναμη και φωτιά τη ψυχή μας.
Παρουσίες μας πλήγωσαν, που κι ακόμα πληγώνουν,
μα οι άπιαστοι ορίζοντες, δες! Ποτέ δεν τελειώνουν.

Μη σκεφτείς πως σ’ αδίκησα με την τόση μου αγάπη,
πάντα χάντρα σου κρέμαγα, μη σε πιάνει το μάτι.
Μη θυμώσεις που δείλιασα σε στιγμές που με καίνε,
η καρδιά και τα μάτια μου, με παράπονο κλαίνε.

Κι όταν έρχομαι σήμερα, με σπουδή και με ζήλο,
να μετρήσω τα λάθη μου, μου θυμίζεις τον ήλο.
Που καρφώθηκε άδικα, στου Χριστού την παλάμη,
μα που νίκησε δίκαια και εκείνο τον Άδη.

Δεν ζητώ τη συγχώρεση, δεν ζητώ αμνηστία,
τα πραγμένα του σήμερα, θα ναι αύριο αστεία.
Ίσως ένα μονάκριβο, σου ζητώ να μου δώσεις,
πριν να κλείσω τα μάτια μου, να μη με πληγώσεις.

21-05-2001

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Μεστωμένοι καρποί, τοποθετημένοι σεμνά στο τραπέζι σου.
Ολόλευκοι πίνακες, κοσμούν τους γκρίζους θολωτούς τοίχους σου.
Λιγοστό το φως που σκιάζει τη σεπτή σιλουέτα σου.
Άφθονα αρώματα πλημμυρίζουν με λεπτότητα τις σιωπές μου,
οι ανοικτές πληγές του κορμιού σου.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω την πληθωρική παρουσία σου
και επιχειρώ να ψαχουλέψω με ιδρωμένα ακροδάχτυλα,
τη σκοτεινή όψη σου, που στέκεται εκεί ομπρός μου σίγουρη,
γαντζωμένη στοργικά στο θολό κορμί σου.
Αναστέλλω βίαια, με απόλυτη βεβαιότητα το εγχείρημα
και αποσύρομαι παράμερα να σε παρατηρώ αμήχανα,
γεμάτος αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της λιτής επαφής.
Ο καρπός μου τρεμάμενος, επιχειρεί να απαλλαχθεί
από την υγρή αίσθηση και με μια κίνηση απελπισίας
οδηγεί την παλάμη στους γκρίζους σου τοίχους,
να τους ψηλαφίσει, να τους χαϊδέψει,
να μοιραστεί μαζί τους το πικρό ανάβλυσμα της αγωνίας μου.
Η στυφή οσμή που αναδύει η καταλυτική τους συνεύρεση,
εμποτίζει τα σωθικά μου και με οδηγεί σε παραισθήσεις,
ανομολόγητες και αφύσικες, που με βρίσκουν ανήμπορο,
να πασχίζω έρποντας στην αναβίωση ενός σύμπαντος,
που έχει παρέλθει οριστικά, όπου και οι μάταιες επιθυμίες μου
αναζητούν την ασύμπτωτη λύτρωση.
Αναζητώ επίμονα μια ακτίνα φωτός,
που θα με οδηγήσει ενδεχόμενα,
στην οριστική έξοδο από τη διαβολική φυλακή σου,
όπου άθελά μου εγκλωβίστηκα.
Κι εσύ πέτρινη και σκοτεινή,
με τη στατική σου βιαιότητα να διαπερνά το κορμί μου,
γεμίζεις αργά – αργά με το ηλεκτρισμένο βλέμμα σου την αέρινη οροφή σου,
με χιλιάδες μικροσκοπικές φωτεινές ανταύγειες.
Να με δελεάσεις, να με κάνεις να πιστέψω,
πως ο κόσμος που μου προβάλλεις μπροστά στα υγρά μάτια μου,
πριν εκείνα προλάβουν να στεγνώσουν, είναι ο κόσμος μου.
Ανασυγκροτώ τις δυνάμεις μου,
σε μια έσχατη απέλπιδα προσπάθεια, να καταφέρω να αποδράσω.
Επιστρατεύω το πνεύμα μου, καρδιά και ψυχή,
αρωγούς στο μολυβένιο κορμί μου και ανάβω την πυρά,
που θα με οδηγήσει σταγόνα τη σταγόνα, την πυρωμένη, να γλιστρήσω,
να χωθώ, να γεμίσω τις άδειες οφθαλμικές κοιλότητες,
από τα κρανία – λάφυρα – που έχεις στρωμένα αντί δαπέδου,
στην πανούργα φυλακή σου.
Εκεί να παγώσω, να πετρώσω,
να ενταχθώ άψυχος και στεγνός στη νέα μου κατοικία,
έως ότου μόνη σου πια, απελπισμένη και χωρίς ορίζοντες,
αποφασίσεις να πυρπολήσεις τη φυλακή σου,
να λιώσω ξανά, να ανασυσταθώ
και να φιλοξενήσω μέσα μου τις στάχτες της και τις στάχτες σου,
μιας δια παντός…

17-05-2001

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

Αν δεν είσαι οπτασία,
αν δεν είσαι αντανάκλαση,
τότε ζω στον Παράδεισο,
τότε ζω μιαν Ανάσταση.

Αν δεν είσαι πανσέληνος
και φεγγάρι Αυγουστιάτικο,
τότε είσαι η μοίρα μου,
και το δίκιο και τ’ άδικο.

Αν δεν είσαι το πέλαγος,
και στεφάνι μαγιάτικο,
τότε είσαι τ’ αστέρι μου,
και το σύμπαν ολάκερο.

Μα αν είσαι ένα όνειρο,
μα αν είσαι ένα ψέμα,
τότε ζω μια παραίσθηση,
που μου πίνει το αίμα.

Κι αν αυτή η αφαίμαξη,
μ’ οδηγήσει στο τέλος,
τι γλυκός θα ναι ο θάνατος,
στου κορμιού κάθε μέλος.

Μα αν δεν είσαι οπτασία,
μα δεν είσαι αντανάκλαση,
τότε ζω στον Παράδεισο,
τότε ζω την Ανάσταση.

20-05-2001
ΤΟ ΚΕΡΙ ΛΙΩΝΕΙ

Έπεσε πολύ κουλτούρα…
Κατανοητό!
Αποδεκτό!
Πέρα για πέρα…
Αποσύρομαι…
Επιθετικά!
Ενάντια στον εαυτό μου.
«Σερβίς», υποδοχή, πάσα…
καρφί και μπλοκ άουτ…
πάνω στο φιλέ.
Στο πρώτο σετ…
σαν σε προπόνηση βόλεϊ…
Αλλοτριώνομαι…
από τα τραύματά μου.
με οργισμένη ταχύτητα.
με σκληρούς όρους…
με μαραμένους πόθους…
και πυρωμένα συναισθήματα.
Άβατο…
το τρυφερό ξημέρωμα…
η μαγική αυγή…
ο λευτερωμένος ορίζοντας.
Άδικο…
η μνήμη να επαίρεται…
το παρόν να λιμνάζει…
το μέλλον να σβήνει.
Απλό…
να ονειρεύεσαι…
να επιθυμείς…
να γεύεσαι.
Με ψυχή και καρδιά,
υποθηκευμένα στο μέλλον,
γυμνός και παγωμένος,
βυθίζεσαι…
στο ανύπαρκτο παρόν.

16-05-2001

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ ΕΛΠΙΔΑΣ

- Ποιος είσαι;
- Ο αγέρας…
- Τι ζητάς από μένα;
- Το άρωμά σου.
- Μη μ’ αγγίζεις!
- Απαλά θα περάσω…
- Μην το κάμεις!
- Με φοβάσαι;
- Δε θα τ’ αντέξω!
- Θέλω να με γνωρίσεις…
- Σ’ έχω γνωρίσει.
- Πού;
- Στα όνειρά μου…
- Δεν ήμουν εγώ.
- Αδιαφορώ…
- Με αρνείσαι;
- Σε προστατεύω.
- Από τι;
- Από μένα…
- Μπορώ να τ’ αντέξω.
- Εγώ όχι!
- Μόνο στα όνειρα;
- Μόνο.
- Και τα κορμιά;
- Είναι νεκρά…
- Κι οι καρδιές;
- Δε κτυπούν όπως πρώτα…
- Κι οι ψυχές;
- Άδειες…
- Κι εμείς;
- Παράλληλοι…
- Όπως οι ράγες;;
- Έτσι κι εμείς.
- Ως πότε;
- Για πάντα.
- Και μετά;
- Τίποτα…
- Η ευτυχία;
- Δεν υπάρχει!
- Να με σκέφτεσαι…
- Κι εσύ…
- Φιλιά…
- Φιλιά…

20-05-2001

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Η «Ένωση Γονέων και Φίλων Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες Επαρχίας Μεραμπέλλου», αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει τον Ναυτικό Όμιλο Αγίου Νικολάου, όλο το ανθρώπινο δυναμικό του και ιδιαίτερα τον πρόεδρο κ. Αντώνη Λουκάκη για την διοργάνωση του Μαραθώνιου Κολύμβησης τον οποίο αφιέρωσαν στο σύλλογό μας. Εμείς τα μέλη του συλλόγου, το εισπράξαμε ως Μαραθώνιο Ευαισθησίας, Αλληλεγγύης και Αγάπης. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μας να μην ευχαριστήσουμε επίσης όλους τους νέους και παλιούς αθλητές του ΝΟΑΝ που με τη συμμετοχή τους και τον οβολό τους, έδειξαν ότι ο αθλητισμός μπορεί να γίνει γέφυρα αγάπης μεταξύ των ανθρώπων. Ευχόμαστε σε όλους τους αθλητές, τους προπονητές και τους παράγοντες του Ομίλου, να έχουν τις επιτυχίες που επιθυμούν και να συνεχίσουν το έργο τους με την ίδια ευαισθησία.

Το Δ.Σ. του Συλλόγου

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

ΤΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΧΩΡΙΑ


Και ανοίγουμε τις ψυχές μας, ορφανές από μάνα και αγνώστου πατρός, ολόισια στο διάβολο. Σ’ αυτόν που έχουμε μέσα μας, τον δικό μας, τον εκλεκτό μας, τον «υπεράνω».
Βαριανασαίνω… δυσκολεύομαι… αιτούμαι βοηθείας… εις μάτην.
Αποσχίζομαι, δηλώνω απροστάτευτος, σηκώνω τα χέρια ψηλά,
ως εκεί που δε βλέπονται, ανάβω την καπνοχόη, πλημμυρίζω με αιθαλοσωματίδια τον αέρα και σε συλλογίζομαι.
Εσένα…την πληγή μου, τη χαμένη μάχη, τον καταρράχτη των δακρύων της επόμενης μέρας, το δίκαιο και το άδικο,
το πάρε και το δώσε, τη γοητεία της τιμής που δεν έχει αντίκρισμα, το δικό μου και το δικό σου, το δικό μας, το ξένο, το αφύλακτο,
το εμπορεύσιμο, το κρίσιμο, το αδύνατο, το δισκίον το αναβράζον που προορίζεται να απαλύνει τον πόνο.
Εσένα… που έρχεσαι και φεύγεις, σαν την ηλιαχτίδα που διαπληκτίζεται με τον ουρανό μου, σαν τη φωτιά που σβήνει μόνο σαν φτάσει στην ακτή των λουομένων, σαν τη μαχαιριά που δεν κόβει την καρωτίδα, μόνο την χαράσσει, σαν τη μέρα που δε λέει να τελειώσει, σαν το γλυκό του κουταλιού που δεν αρνήθηκα ποτέ, σαν την Άγια νύχτα των Χριστουγέννων που ποτέ δεν απόλαυσα, σαν τη μέρα των γενεθλίων που ευχές συγκεντρώνεις, σαν το γάμο που σκόπιμα δεν πήγες, σαν εσένα, που λάμπεις ετερόφωτα και δεν το ξέρεις.
Εσένα… που δε γνώρισες δάκρυ, που πενθείς την αγάπη, που γελάς με τη λύπη, που με είπες αλήτη, που σε μέρες ψυχρές, τη φωτιά μου ζητούσες και μετά με ξεχνούσες, για ν' αρχίσεις μαζί μου, ένα νέο παιχνίδι, να βολεύεσαι πάντα με ευρύχωρη τσάντα.
Εσένα… που λυπάται τη φύση, που ζητά να μιλήσει, που μετρά κάθε λέξη, που αρνείται να τρέξει, που κοιμάται μονάχη, σε σεντόνια που χτες, είχε πει πως θ’ αλλάξει.
Κι όμως…
Το μαζί με το χώρια είναι μια στεναχώρια…
Οι συνήθεις ανακρίβειες της αίσθησης της όρασης.

07-02-04
ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ανεκπλήρωτα σκουριασμένα όνειρα, εγκατεστημένα σε ναρκωμένους από την αδυναμία εγκεφάλους, λιώνουν αργά-αργά και φαρμακώνουν σταγόνα τη σταγόνα αγύμναστες στον πόνο ψυχές, ψυχή μου. Και να, τίποτα δεν καταφέρνουν γιατί σίδερα τη ντύνεις την ψυχή σου, με την αγάπη των μακρινών αστεριών που λάμπουν στους ορίζοντές σου, οι φίλοι σου.
Αδυναμίες και πάθη, που χρόνια ατέλειωτα φωλιάζουν μέσα σου, στους πιο προσιτούς θύλακες των εγκεφαλικών κυττάρων σου, εμποδίζουν τις κινήσεις των ματιών σου, αγκυλωμένους κρατούν τους βολβούς και συγκεντρωμένες τις κόρες, εστιασμένες σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες, από σκηνές της ζωής σου, που σε σημαδεύουν ακόμα, σαν καλοσμιλεμένες σαΐτες, αγκαλιασμένες με τις τεντωμένες χορδές, παγωμένων τόξων στα χέρια μαρμαρένιων τοξοβόλων. Έτσι, σαν μια ψεύτικη απειλή, που μια στιγμή μόνο μπορεί να την κάνει αληθινή. Μια ζωή, ανάμεσα σε φαντάσματα και οπτασίες, πληγωμένους έρωτες και πυρωμένες παλάμες.
Παγωμένες καρδιές, φλογερές σκέψεις, αφύλακτες διαβάσεις σε νυκτερινές διαδρομές, θυμωμένες λέξεις, τρυφερές απουσίες και δυο δάκρυα να στάζουν στην εικόνα των ματιών σου. Ρούφηξες τον αέρα που προοριζόταν για την ανάσα μου. Χαλάλι σου.
Πνίγηκα στην έλλειψη οξυγόνου και θόλωσα. Τύλιξες τη σκέψη σου στο λαιμό μου, έφερες το στόμα σου στα χείλη μου και μου έδωσες το φιλί της ζωής. Να με σώσεις τάχατες. Να σου χρωστώ τη ζωή μου, έτσι, με τρόπο κάλπικο, με δόλο περισσό. Αντιστάθηκα όσο μπορούσα, μα το κορμί μου με πρόδωσε. Φούσκωσε το πνευμόνι μου, κύλησε η καρδιά στο δρόμο της, κτύπησε. Σε κοίταξα, πίσω από τον ώμο μου και σε βρήκα υπέροχη. Ως απουσία…
Ακόμα και σήμερα, αναρωτιέμαι αν κέρδισα μόνος μου τη ζωή που διατρέχω, τη ζωή που πληγώνω, τη ζωή που μοιράζομαι, τη ζωή που μια μέρα-σύντομα ή αργά-θα αποτελεί παρελθόν. Προς το παρόν, τη συντροφεύω, με κόστος ή χωρίς, απίθανα ελαφρά, αναμένοντας καρτερικά να κατακτήσω ένα βαθύτερο νόημα που θα μου δίνει το δικαίωμα να δηλώσω αβίαστα, πως κάθε τι που διατάραξε την ηρεμία μου, που ανάγκασε την καρδιά μου να σφιχτεί και το νου μου να ταξιδέψει ελεύθερος, ήταν για καλό μου.
Θα το μάθω;

22-10-2005

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

ΑμεΑ τε ανόητος ή Αμετανόητος;

ΑμεΑ τε ανόητον ή Αμετανόητον;*



ΑμεΑ τε Ανόητον

Μίλησες σκληρά όταν δεν έπρεπε.
Στη μάνα σου.
Βρέθηκες σε λάθος τόπο και λάθος χρόνο.
Για τη ζωή σου.
Έδειξες τις αδυναμίες σου από την αρχή.
Στο σύντροφό σου.
Πρόδωσες τα πάθη σου ενώ σε έτρεφαν.
Για ψίχουλα.
Συμβούλεψες τα παιδιά σου να σ’ εγκαταλείψουν.
Και τα ‘χες ανάγκη.
Έσκαψες το λάκκο σου με βελόνα ραψίματος.
Έτσι για ένα πείσμα.
Διάβασες αγγελίες για μισθώματα αρχών.
Και δεν εξεπλάγης.
Έπλεξες εγκώμια, ανούσια, από άμβωνος ιερού.
Έτσι για να πληρώσεις τη μέρα σου.
Αναφώνησες «ανάξιος» στο κέντρο του ναού.
Στιγματίστηκες.
Τίμησες κόμητες και δράκουλες, ως την αφαίμαξη.
Παλουκώθηκες.
Κήρυξες τον πόλεμο στους καλύτερους φίλους σου.
Για ένα αστείο.
Έγραψες συνθήματα σκληρά στους τοίχους.
Για να πιστέψεις.
Πήγες ταξίδι μοναχικό στο μακρινό παρελθόν σου.
Δεν έφερες αναμνήσεις.
Άνοιξες πληγή στην πληγή σου, για να τρέξει το αίμα.
Δεν πόνεσες.
Μέτρησες, τους συγγενείς σου, του πρώτου βαθμού.
Πάγωσες.
Αφαιρετική διαδικασία σε κατέλαβε, ξαναμέτρησες.
Λύγισες.
Ένα κάθισμα, δυο τροχοί, παντρεμένα με χάρη, το αυτονόητο αύριο.
Χάρηκες.
Μια βότκα-σόδα σου ανοίγει το δρόμο.
Στο πουθενά.
Κοίτα με. Είμαι ένας άλλος, ο ίδιος που αγάπησες, ο ίδιος που εκτίμησες, ο ίδιος που καμάρωσες, ο ίδιος που ίσως πόθησες, ο ίδιος που ονειρεύτηκες…και στα χάλασα. Όλα. Τρέμω. Τα όνειρά σου, τη ζωή σου, ίσως εγώ να τα έκανα άνω – κάτω. Μάγεψέ με, εσύ που αγαπάς τη ζωή και κάνε με να πιστέψω πως με συγχωρείς. Για χάρη σου, για χάρη μου, για χάρη μας, ας μοιάζουν κι ας είναι όλα υπέροχα.
Και είναι…

* το ουδέτερον της εκφράσεως τίθεται καθότι ο υποφαινόμενος θεωρεί εαυτόν ουχί «αντικείμενον» αλλά «πλάσμα» μη τιθεμένης αμφιβολίας εν τούτοις περί του φύλου, (εξ άλλου, η διερχόμενη ηλικία κρίνεται ως φυλο-ροούσα οπότε ας μην σκαλίζουμε πληγές που παραμένουν ανοικτές), παρά ως αποδοχή ισοτιμίας των φύλων και μόνον…

28,29,31-08-2005
Δε μπορώ…

Δυο σταγόνες στο τζάμι, στο θολό το ποτάμι,
η ψυχή μου μουλιάζει κι ο απέναντι τοίχος την καρδιά μου διαβάζει.
Δε μπορώ,
Τη ζωή μου να κτίσω, δίχως όρκους ν’ αφήσω, πούνε χρόνια δοσμένοι κι από χέρι καμένοι.
Δε μπορώ,
Να σ’ αφήσω μονάχη, στη δική μας τη μάχη, μια θυσία δε φτάνει ένα θαύμα να κάνει.
Δε μπορώ,
Να πληγώσω μια φύση, που εσύ έχεις κτίσει, με τις φλέβες στεγνές να με πας όπου θες.
Δε μπορώ,
Να ξεχάσω τα λάθη, τη ροπή μου στα πάθη, τη ματιά σου να καίει, τις αλήθειες σαν λέει.
Δε μπορώ,
Σε λιμάνι ν’ αράξω, τα νερά θα ταράξω, μια αχτίδα δε φτάνει τη ψυχή να θερμάνει.
Κι αν μπορώ,
Ν’ αγαπήσω ακόμα, η καρδιά μου σε κώμα, ένα σώμα στο χώμα και το πνεύμα στο στόμα.
Δε μπορώ,
Δυο σταγόνες στο τζάμι, το παράπονο κάνει, στη ματιά μου να μοιάζει, πως ο κόσμος αλλάζει.
Μα μπορώ,
Να ξοφλήσω τα χρέη, σε μια μάνα που κλαίει, σε ένα δύσκολο δρόμο, να βαδίσω με τρόμο.
Μα μπορώ,
Να κρατήσω στην άκρη, ένα γυάλινο δάκρυ, φορτωμένο ελπίδες και γλυκές καταιγίδες.
Μα μπορώ,
Τη στιγμή που θα σβήνω, και τον κόσμο θ’ αφήνω, μια φωτιά να σ’ ανάψω, στην πυρά να σε κάψω.
Δε μπορώ…

02-02-04

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ


Όταν ανοίγεις το πανί και ξεμακραίνεις από το οπτικό μου πεδίο, ενεργώντας πέρα για πέρα ξεδιάντροπα, πικραίνομαι.
Είναι και κείνη η θάλασσα η αεικίνητη που δε συμπονά, που δεν αφήνει τον αφρό της ρότας σου να ζήσει πέρα από ένα - δυο λεπτά, για να μαντεύω την πορεία σου και νά' χω να φαντάζομαι με τι τάχατες καταγίνεσαι ή που σκοπεύεις να κάμεις πραγματικότητα τα νέα σου όνειρα.
Κι εκείνο το πανί, άβολο στο μέγεθος, φυσιολογικό για τα ταξίδια σου, μα ασυνήθιστα μικρό για τη φαντασία μου, στο χρώμα το λευκό, το μόνο αποδεκτό από τις σύγχρονες απλωμένες μπουγάδες, να μαγνητίζεται από τους γλάρους στον ορίζοντα και να με ξεγελά. Έχω μια θάλασσα απλωμένη στα πόδια μου, ως τον ιδεατό ορίζοντα, δυο μάτια, κάρβουνα αναμμένα, μουδιασμένο κορμί και μια ελπίδα να σιγοτριγυρνά και να ερεθίζει ευχάριστα, τα ακροδάκτυλα των χεριών μου, τους αισθητήρες της αφής, τους πιο πρόσφορους που απέμειναν.
Άπλωσα το χέρι στη δέστρα του μώλου κι ένοιωσα την ένταση του κάβου που σε κρατούσε μέρες δεμένο στο ντόκο. Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και είδα την εικόνα του τοπίου που σ’ ακολουθούσε στον απόπλου. Ησύχασα… έβλεπα, θα’ βλεπες και συ, δυο παράθυρα φωτισμένα, να προσδιορίζουν το κάδρο, στο καταμεσήμερο. Πρέπει να μάθω… υπάρχουν ψυχές που δε λάμπουν μόνο στο σκοτάδι. Θα στο ξεπληρώσω.
Μεσοπέλαγα, σίγουρα… μα δεν ξέρω πότε.

28,29,31-08-2005
ΠΛΕΥΣΕΙΣ


Εδώ, ίσια μπροστά σου στέκεται το πακέτο.Εκείνο ακριβώς που ζήτησες να έχεις. Με την ασημένια κορδέλα και το πρόστυχο περιεχόμενο. Η φυγή σου βρίσκεται μέσα. Η υπερμεγέθης ψυχή σου, φωλιάζει φοβισμένη, στην άλλη την ψυχή σου, την ψυχή νάνος. Το ζώο[1] το αγνό, ζει στην ψυχή σου, που εσύ τώρα ετοιμάζεσαι να αποκτίνεις. Αδίκως κατά τα φαινόμενα. Χωρίς απόδειξη κανενός γεγονότος περί του αδίκως πραχθέντος. Αδίκως… ορολογία υποκύπτουσα στην κρίση των υπεράνω[2]. Αισθήματα σε πλήρη απουσία, ορμές σε πλήρη καταστολή, σκέψη νεκρή και τα πανιά του σκάφους που σε ταξιδεύουν, μαΐστρα και φλόκος σε πλήρη αντίθεση. Πεταλούδα το έλεγες, πεταλούδα είναι, μόνο που η σύντομη ζωή της, τρέπει σε φυγή τις μακρινές σου σκέψεις για διάρκεια δημιουργίας. Ταξίδι εκτός ορίων, στον αφρό του κύματος, σου δίνει απλόχερα την αίσθηση της αυτοκυριαρχίας. Αρκεί να σκέφτεσαι. Το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, τα μάτια της πρώτης σου αγάπης, την εκδρομή στην Αράχωβα και το ανέκφραστο της τελευταίας σου επιθυμίας. Τιμονιέρης δεν έγινα, τιμονιέρης δεν είμαι και αγανακτώ που κρατώ το τιμόνι. Το τιμόνι της ζωής της ίδιας. Στην Ανταρκτική έφτασα με την φαντασία μου, στη γη του πυρός έκανα στάση, ένα παλιό λεωφορείο με λιγδιασμένα καθίσματα με εξώθησε στο έσχατο κριτήριο επιλογής. Ταξίδι στα κύματα. Έρμαιο τους... Έρχεσαι και συ και αυτοαποκαλείσαι λιμάνι, επειδή μου προσφέρεις έναν κάβο στο ντόκο, να δέσω και τίποτα άλλο. Ένας κρίκος εξάρτησης κι αυτό είναι όλο. Να ματώσω τα σχοινιά του σκαριού, να τα ζορίσω έως εξόντωσης, για να νοιώσω τάχα ασφαλής. Μύθος…Το ταξίδι, η μαρτυρία, ο αμήχανος έρωτας, η σιωπή που τα λέει όλα, ο ήχος της βροχής που βελονίζει τις απαλές επιφάνειες των φρεσκο-ανοιγμένων μπουμπουκιών, το ατσάλι που λιώνει και πυρωμένο ρέει στο καλούπι, η παγωμένη ματιά του αδικοχαμένου στρατιώτη, το μαγικό λυχνάρι και το μαγικό χαλί των παραμυθιών της Ανατολής, η γεύση που παραμένει στο στόμα μετά το πικρό φιλί του αποχωρισμού, τα καλυμμένα πρόσωπα των καταπιεσμένων γυναικών, τα λασπωμένα κανάλια που ξεδιψούν αθώες παιδικές ψυχές, η απίστευτη ανοχή που δείχνουμε στις διαστάσεις, η ντροπή που νοιώθουμε χωρίς ποτέ να το παραδεχόμαστε τη στιγμή της κάλπης, τα μυρωμένα άμφια αφεντάδων ρασοφόρων σε διτούς ρόλους, το πρώτο καρκινικό σου κύτταρο που ζητά επίμονα να καταπιεί τη ζωή σου, το λαμπερό ζευγάρι γυαλιά που φορούσες πριν περάσεις στους φακούς επαφής, ο καμικάζι αυτόχειρας που σπέρνει το θάνατο σε γιορτή αθανάτων, οι αράδες που διαβάζεις στα έντυπα που ξεφυλλίζεις, η φωτογραφία που φύλαξες ευλαβικά από τα παιδικά σου χρόνια, μόνο και μόνο να’ χεις εικόνα για το τρυφερό ξεκίνημα του σκηνώματος της ψυχής σου, το βαθύ σκοτάδι που εμπνέει η μάσκα του Ζορό, το αγνό λευκό που μας παραπέμπει η θέα του κρίνου, τα ριγμένα στους ώμους σου κατάμαυρα μαλλιά, το φονικό που σε ανάγκασε να κλείσεις τα μάτια σου και να δακρύσεις, η τροπή των καταστάσεων που σε αδικούν, άθελά τους, σε αέναη εξέλιξη η ροπή των άστρων προς το ασυμπίεστο άπειρο…αυτό είναι το «όλον». Δεν το νοιώθεις, δεν το αισθάνομαι, δεν είμαστε μια λευκή κηλίδα των αφρών των κυμάτων στο γαλάζιο του νερού, που σβήνει πριν ακόμα το καταγράψεις, που όμως υπήρξε, που και πάλι, αγνοούμε την ύπαρξή μας, αυτήν, πριν αν, ως απλοί περιπατητές σε προκατασκευασμένα μονοπάτια με προκαθορισμένους προορισμούς συναντήσουμε την αποκάλυψή μας, μέσα από τον αντικατοπτρισμό στον καθρέφτη των ματιών μιας μοιραίας ύπαρξης. Που «ως φαίνεται», αντικειμενικά, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τις διαστάσεις, χώρου και χρόνου. Σε θυμάμαι…με θυμάσαι…μνήμη και λήθη, αντικείμενο, υποκείμενο, λάγνες σχέσεις. Ακαθόριστες αμηχανίες στη διαβάθμιση των συναισθημάτων μου, με οδηγούν στα αμπάρια της χαμένης από αιώνες σκούνας που κείτεται στις δυόμισι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα και περιμένει καρτερικά τον καπετάνιο της. Νεκρή ως την ανάσταση, αφανής ως την πλεύση, σιωπηλή ως τη συνάντηση με τον αγέρα τον ζωογόνο. Θα σε συναντήσω εκεί…πιθανόν… έως και απίθανο. Λυπούμαι που σε απογοητεύω για μια ακόμη φορά. «δεν ήταν στις προθέσεις μου τις ελεγχόμενες». Σε φιλώ…ερήμην εικόνας αγιασμένης από τα Θεία.
Φερτά υλικά στην αυλή του σκότους μου, αναδεικνύουν λόγχες μυτερές και αλύγιστες, απαστράπτουσες, που με καλούν να σε συναντήσω…αφού γίνω ένα μαζί τους.
Όπου κι αν βρίσκεσαι…

19,23-11-05

[1] Ζώο = ζωή, οργανισμός που έχει ζωή
[2] Υπεράνω = οι από πάνω, οι υψηλά ιστάμενοι, οι κριτές των γεγονότων, οι δικαστές