Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Περαστικοί

Περαστικοί, απλώνουν τα βλέμματά τους να αντιληφθούν τι τους συμβαίνει.Ανοίγουν τα μάτια τους διάπλατα, σαν ομπρέλα στη βροχή, με περίσσεια ανακούφιση αφού καταφέρνουν να επιλέξουν παραστάσεις για όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους.Αντιλαμβάνονται την αξία της ζωής, στο άκουσμα του φρεναρίσματος του προπορευόμενου οχήματος.
Είχα τη μουσική στη διαπασών και έχασα το συναίσθημα.Την άλλη φορά ίσως, που θα ταξιδεύω μόνος, χωρίς την απρόβλεπτη συνεπιβάτισσα, που επιθυμούσε βαριά λαϊκά, με τραβηγμένη τη φούστα, ψηλά ως το ανύπαρκτο κυλοτάκι να ταξιδεύει μαζί μου και να νοιώθει «δήθεν» ασφάλεια.
Βλέμμα στο βλέμμα, κουβέντα στην κουβέντα, όλα εκείνα τα χαζά που δε σου αφήνουν περιθώρια να αμφισβητήσεις το υπονοούμενο, η διαδρομή λιγόστευε επικίνδυνα. Έκανα τις συνήθεις σκέψεις που ξεπηδούν στο μυαλό ενός άντρα σε τέτοιες περιπτώσεις, τις έπαιρνα πίσω για μια στιγμή, τις επανέφερα ολίγον παραλλαγμένες, ώσπου δεν άντεξα…Έκανα μια απότομη στροφή, ελιγμός λέγεται, έμπασα το όχημα μέσα στα χορταριασμένα πλατώματα που συναντάμε στις Εθνικές οδούς, έσβησα μηχανή και φώτα κι άναψα. Άναψα από χαμηλά, από τα νύχια των ποδιών κι ανέβαινα.Το φεγγαρόφωτο έφταιγε; η αδημονία μου για εξερεύνηση;
Το μυαλό μου έπαιξε ρόλο σίγουρα, όρμησα και σαν αδηφάγο ζωντανό, γεύτηκα απότομα και σχεδόν βίαια, όσα και ό,τι μπορούσα… Τα ημισφαίρια του πυγού μου, σκληρά και καυτά, σαν βράχοι το καταμεσήμερο στον μήνα Αύγουστο, δονούνταν ασταμάτητα. Είναι αυτή η μάζα, την οποία πρόβλεψε η φύση για να βοηθά στην ώση και την άσκηση πίεσης στα εσώτερα του κόλπου, προκειμένου να προκαλέσει τον γλυκό εκείνο πόνο που οδηγεί στο τελείωμα. «Ηδονή», η πιο δύσκολη λέξη στο λεξιλόγιό μου. Έρχεται χωρίς να την περιμένεις και απουσιάζει ολοκληρωτικά φορές που την επιθυμείς σαν τρελός.Όταν ο σύντροφος σου πει ναι σε όλα, έρχεται η «πουτάνα» και δε φεύγει…Έτσι και σου πει μη, ό,τι και να σου κάνει μετά, η επιθυμία δεν επανέρχεται ούτε με τις φίλες της μαζί.Στο θέμα μας…Μήτε και θυμάμαι τι έκαμα. Μόνο βογκητά και τις φράσεις «σκίσε με» θυμούμαι ακόμα. Ανήθικα πράγματα, συγκρινόμενα με την έννοια του φυσιολογικού έρωτα, όπου καλείσαι να εισβάλεις σε γνώριμα ανοικτά σκέλη, με το κλειδί στο χέρι, προκειμένου να πράξεις τι άλλο, παρά το καθήκον σου. Τα πάντα γύρω μου είχαν εξαφανιστεί, το μυαλό είχε κάνει στάση και οι μόνες αισθήσεις που λειτουργούσαν ανεκτά, η ακοή, η αφή, η γεύση και η όσφρηση. Κάποια στιγμή, ένοιωσα την αναπνοή μου να επανέρχεται και το ακαλλιέργητο –όπως φαίνεται- σώμα να τρέμει από κάτω μου σύγκορμο.Πανικοβλήθηκα…ένοιωσα αδύναμος, ανίκανος να σηκώσει το βάρος της τυχαίας συνουσίας.Δεν είναι αυτή η ζωή μου είπα. Να μετουσιώνω τη ζωή με πιθανότητες 50-50 σε κάθε γυναικείο κορμί που μου δίνεται απροκάλυπτα, με μόνο λόγο τις ορμές του;Ανασηκώθηκα, καταλάγιασα τον πανικό μου, έριξα μια γρήγορη ματιά στον φτωχό έναστρο ουρανό, όπου κυριαρχούσε το φεγγαρόφωτο και επανέφερα αργά το βλέμμα μου στο γυμνό κορμί που ακόμα σιγοσπαρταρούσε.Ήρεμος πια, με τρυφερή διάθεση, έσκυψα ξανά και ακούμπησα ένα φιλί στα κλειστά ακόμα μάτια της άγνωστης. Άφησα τη γλώσσα μου να κυλήσει στο λαιμό και τα δάκτυλα του αριστερού χεριού ανάμεσα στα σκέλη. Χάιδεψα όσο πιο απαλά μπορούσα τη δασωμένη ήβη, ενώ η γλώσσα μου κατηφόριζε προς τους λόφους αργά - αργά. Δε θυμάμαι πόση ώρα μου πήρε για ν’ ακουμπήσω το πρώτο σκληρό εξόγκωμα στον πρώτο λόφο που συνάντησα και ανατρίχιασα. Ήταν μεγάλο και τόσο σκληρό, αλλά καυτό και δροσερό συνάμα, που χωρίς να το σκεφτώ ασχολήθηκα μαζί του για πάνω από πέντε λεπτά, ώσπου το ένοιωσα να χαλαρώνει, να υποχωρεί ελαφρά στο σώμα του βελουδένιου λόφου. Τα δάκτυλά μου, μουσκεμένα στα υγρά, χωμένα κατά το ένα τρίτο στη διάπλατα ανοιγμένη φωλίτσα, παλινδρομούσαν ελλειπτικά και έκαναν γλουτούς και λεκάνη να ανασηκώνονται ρυθμικά, προδίδοντας την επιθυμία για μια ακόμη ολοκλήρωση. Η χαλαρή αντιμετώπιση του γεγονότος, η νηφάλια σκέψη, ο ρυθμικός συγχρονισμός των αγγιγμάτων και των εισδοχών και η τρυφερή ενασχόληση της γλώσσας με τον δεύτερο λόφο και το εξόγκωμά του, έφερε μια ακόμη ολοκλήρωση, που όντας «ξύπνιος» αυτή τη φορά, την αισθάνθηκα και την απόλαυσα. Δεν κατάλαβα, πότε επανήλθα κι εγώ κι εκείνη στην πρότερη ενδυματολογική μας κατάσταση, το μόνο που ακόμα θυμάμαι, είναι πως σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή, δεν τράβηξε το χέρι της από το σημείο, μέχρι που φτάσαμε στον προορισμό της. Ένα τρυφερό φιλί ο αποχαιρετισμός, κουβέντα καμιά, δεν την ξαναείδα, δεν με αντίκρισε ποτέ, το ελπίζω. Δεν γνωρίζω ούτε τ’ όνομά της. Εκείνη το ξέρει… Στην υγειά της λοιπόν, άξια έπραξε. Το μη περαιτέρω όμως, αποδεδειγμένα, οδηγεί σε κάποιας μορφής ελευθερία…18-07-08 (Ιστορίες του ’85)

Δεν υπάρχουν σχόλια: