Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

ΗΤΤΗΘΗΚΑΜΕ

Σε θυμήθηκα σήμερα, λίγο πριν σε ποθήσω.
Με θυμήθηκες χτες, μόλις μ’ είχες ποθήσει.
Τα τραγούδια που σου ‘λεγα για να κάνουμε κέφι,
δε σου έκαναν αίσθηση, γιατί έπαιζε ντέφι.

Στεγνωμένα τα χείλη μου, το κορμί ιδρωμένο,
κάθε μέρα με σένα, ναι, Γολγοθά υπομένω.
Το φτωχό, το αβάσταχτο, το χαράκι του πόνου,
ριζωμένο κι απάτητο, στην κορφή άλλου κόσμου.

Με προστάζεις και σήμερα το πατώ δίχως άλλο,
είναι άλμα που σίγουρα, μια φορά θα το κάμω.
Μ’ αν δεν έχεις τη δύναμη, στην κορφή να με σπρώξεις,
μη ζητήσεις αγάπη μου, σαν σκυλί να με διώξεις.

Τα μεγάλα τα λάθη μου, δεν αντέχουν στην κρίση,
τα μικρά όμως σίγουρα, αντιδρούν σαν μια βρύση.
Που σε πρώτη ανάγνωση, το νερό της το δίνει,
μα αυτοί που το πίνουνε, έχουν μπει σε μια δίνη.

Σε μια δίνη ασύγχρονη, χωρίς βήμα κι ακτίνα,
στροβιλίζεσαι αδύναμος, να δαμάσεις το κύμα.
Κι όμως βγαίνεις αλώβητος, με ανάσα κομμένη,
το Θεό σου στα τάρταρα και τη μοίρα γραμμένη.

Είμαι βρύση αστέρευτη, για τη χάρη σου μόνο,
ευτυχώς δε σε γνώρισα, σε παλιότερο χρόνο.
Θα γινόταν η έρημος, μια κοιλάδα ζωής,
θα πενθούσε η μάνα σου, απουσία πνοής.

Μες το σήμερα πράττοντας, με τη σκέψη νηφάλια,
συνταγές που αντέχουνε και οξέα κι αλκάλια,
να φροντίσουμε όμορφα, να δεχτούμε την ήττα,
και να κάνουμε μοίρασμα, το σωστό σ’ όποια πίτα.

21-08-08

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

ΤΡΥΦΕΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

Τι αλλάζει κι αν έγινα κοινωνός στη ψυχή σου,
τι και αν άδειασες πάνω μου, τις χοές του κορμιού σου.
Τι κι αν πίστεψες άδικα, της καρδιάς μου τη μέθη,
τι αλλάζει κι αν γεύτηκα, τους καρπούς που δεν πρέπει.

Δεν αλλάζει αναπάντεχα της ζωής μας η ρότα,
δεν αλλάζει το σήμερα και να γίνει όπως πρώτα.
Θα δακρύσουν τα μάτια σου, θα σφιχτούνε τα χείλη,
θα μου στρέψεις τα νώτα σου, θα κουνήσω μαντήλι.

Κι αν γυμνός σου προσφέρθηκα με το άδειο κορμί μου,
δε μπορώ να σε γεύομαι με τη μαύρη ψυχή μου.
Κι αν εσύ με σαγήνεψες, με την τόση σου δίψα,
δε μπορείς να μαραίνεσαι καταπίνοντας πίκρα.

Μην πιστέψεις στα όνειρα, μην πνιγείς στη ελπίδα,
μη μ’ αφήσεις να σκέφτομαι, μια καρδιά που δεν είδα.
Δως μου λίγο το χέρι σου, να πιαστώ ν’ ανασάνω,
πάρε λίγο απ’ το δάκρυ μου, θα κυλά σαν σε χάνω.

Απουσίες δεν τρόμαξαν και τους δυο στη ζωή μας,
θα οπλίσω με δύναμη και φωτιά τη ψυχή μας.
Παρουσίες μας πλήγωσαν, που κι ακόμα πληγώνουν,
μα οι άπιαστοι ορίζοντες, δες! Ποτέ δεν τελειώνουν.

Μη σκεφτείς πως σ’ αδίκησα με την τόση μου αγάπη,
πάντα χάντρα σου κρέμαγα, μη σε πιάνει το μάτι.
Μη θυμώσεις που δείλιασα σε στιγμές που με καίνε,
η καρδιά και τα μάτια μου, με παράπονο κλαίνε.

Κι όταν έρχομαι σήμερα, με σπουδή και με ζήλο,
να μετρήσω τα λάθη μου, μου θυμίζεις τον ήλο.
Που καρφώθηκε άδικα, στου Χριστού την παλάμη,
μα που νίκησε δίκαια και εκείνο τον Άδη.

Δεν ζητώ τη συγχώρεση, δεν ζητώ αμνηστία,
τα πραγμένα του σήμερα, θα ναι αύριο αστεία.
Ίσως ένα μονάκριβο, σου ζητώ να μου δώσεις,
πριν να κλείσω τα μάτια μου, να μη με πληγώσεις.

21-05-2001

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Μεστωμένοι καρποί, τοποθετημένοι σεμνά στο τραπέζι σου.
Ολόλευκοι πίνακες, κοσμούν τους γκρίζους θολωτούς τοίχους σου.
Λιγοστό το φως που σκιάζει τη σεπτή σιλουέτα σου.
Άφθονα αρώματα πλημμυρίζουν με λεπτότητα τις σιωπές μου,
οι ανοικτές πληγές του κορμιού σου.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω την πληθωρική παρουσία σου
και επιχειρώ να ψαχουλέψω με ιδρωμένα ακροδάχτυλα,
τη σκοτεινή όψη σου, που στέκεται εκεί ομπρός μου σίγουρη,
γαντζωμένη στοργικά στο θολό κορμί σου.
Αναστέλλω βίαια, με απόλυτη βεβαιότητα το εγχείρημα
και αποσύρομαι παράμερα να σε παρατηρώ αμήχανα,
γεμάτος αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της λιτής επαφής.
Ο καρπός μου τρεμάμενος, επιχειρεί να απαλλαχθεί
από την υγρή αίσθηση και με μια κίνηση απελπισίας
οδηγεί την παλάμη στους γκρίζους σου τοίχους,
να τους ψηλαφίσει, να τους χαϊδέψει,
να μοιραστεί μαζί τους το πικρό ανάβλυσμα της αγωνίας μου.
Η στυφή οσμή που αναδύει η καταλυτική τους συνεύρεση,
εμποτίζει τα σωθικά μου και με οδηγεί σε παραισθήσεις,
ανομολόγητες και αφύσικες, που με βρίσκουν ανήμπορο,
να πασχίζω έρποντας στην αναβίωση ενός σύμπαντος,
που έχει παρέλθει οριστικά, όπου και οι μάταιες επιθυμίες μου
αναζητούν την ασύμπτωτη λύτρωση.
Αναζητώ επίμονα μια ακτίνα φωτός,
που θα με οδηγήσει ενδεχόμενα,
στην οριστική έξοδο από τη διαβολική φυλακή σου,
όπου άθελά μου εγκλωβίστηκα.
Κι εσύ πέτρινη και σκοτεινή,
με τη στατική σου βιαιότητα να διαπερνά το κορμί μου,
γεμίζεις αργά – αργά με το ηλεκτρισμένο βλέμμα σου την αέρινη οροφή σου,
με χιλιάδες μικροσκοπικές φωτεινές ανταύγειες.
Να με δελεάσεις, να με κάνεις να πιστέψω,
πως ο κόσμος που μου προβάλλεις μπροστά στα υγρά μάτια μου,
πριν εκείνα προλάβουν να στεγνώσουν, είναι ο κόσμος μου.
Ανασυγκροτώ τις δυνάμεις μου,
σε μια έσχατη απέλπιδα προσπάθεια, να καταφέρω να αποδράσω.
Επιστρατεύω το πνεύμα μου, καρδιά και ψυχή,
αρωγούς στο μολυβένιο κορμί μου και ανάβω την πυρά,
που θα με οδηγήσει σταγόνα τη σταγόνα, την πυρωμένη, να γλιστρήσω,
να χωθώ, να γεμίσω τις άδειες οφθαλμικές κοιλότητες,
από τα κρανία – λάφυρα – που έχεις στρωμένα αντί δαπέδου,
στην πανούργα φυλακή σου.
Εκεί να παγώσω, να πετρώσω,
να ενταχθώ άψυχος και στεγνός στη νέα μου κατοικία,
έως ότου μόνη σου πια, απελπισμένη και χωρίς ορίζοντες,
αποφασίσεις να πυρπολήσεις τη φυλακή σου,
να λιώσω ξανά, να ανασυσταθώ
και να φιλοξενήσω μέσα μου τις στάχτες της και τις στάχτες σου,
μιας δια παντός…

17-05-2001

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

Αν δεν είσαι οπτασία,
αν δεν είσαι αντανάκλαση,
τότε ζω στον Παράδεισο,
τότε ζω μιαν Ανάσταση.

Αν δεν είσαι πανσέληνος
και φεγγάρι Αυγουστιάτικο,
τότε είσαι η μοίρα μου,
και το δίκιο και τ’ άδικο.

Αν δεν είσαι το πέλαγος,
και στεφάνι μαγιάτικο,
τότε είσαι τ’ αστέρι μου,
και το σύμπαν ολάκερο.

Μα αν είσαι ένα όνειρο,
μα αν είσαι ένα ψέμα,
τότε ζω μια παραίσθηση,
που μου πίνει το αίμα.

Κι αν αυτή η αφαίμαξη,
μ’ οδηγήσει στο τέλος,
τι γλυκός θα ναι ο θάνατος,
στου κορμιού κάθε μέλος.

Μα αν δεν είσαι οπτασία,
μα δεν είσαι αντανάκλαση,
τότε ζω στον Παράδεισο,
τότε ζω την Ανάσταση.

20-05-2001
ΤΟ ΚΕΡΙ ΛΙΩΝΕΙ

Έπεσε πολύ κουλτούρα…
Κατανοητό!
Αποδεκτό!
Πέρα για πέρα…
Αποσύρομαι…
Επιθετικά!
Ενάντια στον εαυτό μου.
«Σερβίς», υποδοχή, πάσα…
καρφί και μπλοκ άουτ…
πάνω στο φιλέ.
Στο πρώτο σετ…
σαν σε προπόνηση βόλεϊ…
Αλλοτριώνομαι…
από τα τραύματά μου.
με οργισμένη ταχύτητα.
με σκληρούς όρους…
με μαραμένους πόθους…
και πυρωμένα συναισθήματα.
Άβατο…
το τρυφερό ξημέρωμα…
η μαγική αυγή…
ο λευτερωμένος ορίζοντας.
Άδικο…
η μνήμη να επαίρεται…
το παρόν να λιμνάζει…
το μέλλον να σβήνει.
Απλό…
να ονειρεύεσαι…
να επιθυμείς…
να γεύεσαι.
Με ψυχή και καρδιά,
υποθηκευμένα στο μέλλον,
γυμνός και παγωμένος,
βυθίζεσαι…
στο ανύπαρκτο παρόν.

16-05-2001

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ ΕΛΠΙΔΑΣ

- Ποιος είσαι;
- Ο αγέρας…
- Τι ζητάς από μένα;
- Το άρωμά σου.
- Μη μ’ αγγίζεις!
- Απαλά θα περάσω…
- Μην το κάμεις!
- Με φοβάσαι;
- Δε θα τ’ αντέξω!
- Θέλω να με γνωρίσεις…
- Σ’ έχω γνωρίσει.
- Πού;
- Στα όνειρά μου…
- Δεν ήμουν εγώ.
- Αδιαφορώ…
- Με αρνείσαι;
- Σε προστατεύω.
- Από τι;
- Από μένα…
- Μπορώ να τ’ αντέξω.
- Εγώ όχι!
- Μόνο στα όνειρα;
- Μόνο.
- Και τα κορμιά;
- Είναι νεκρά…
- Κι οι καρδιές;
- Δε κτυπούν όπως πρώτα…
- Κι οι ψυχές;
- Άδειες…
- Κι εμείς;
- Παράλληλοι…
- Όπως οι ράγες;;
- Έτσι κι εμείς.
- Ως πότε;
- Για πάντα.
- Και μετά;
- Τίποτα…
- Η ευτυχία;
- Δεν υπάρχει!
- Να με σκέφτεσαι…
- Κι εσύ…
- Φιλιά…
- Φιλιά…

20-05-2001